προνουντσιαμέντο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το προνουντσιαμέντο τα προνουντσιαμέντα
      γενική του προνουντσιαμέντου των προνουντσιαμέντων
    αιτιατική το προνουντσιαμέντο τα προνουντσιαμέντα
     κλητική προνουντσιαμέντο προνουντσιαμέντα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προνουντσιαμέντο < (άμεσο δάνειο) ιταλική Κατηγορία:Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) pronunciamento

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οτνεμαιστνυονορπ

προνουντσιαμέντο ουδέτερο

  1. προκήρυξη στασιακού χαρακτήρα
  2. στάση αξιωματικών κατά πολιτικού καθεστώτως

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οτνεμαιστνυονορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)