προσεγγιστικό σύμφωνο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | προσεγγιστικό σύμφωνο | τα | προσεγγιστικά σύμφωνα |
| γενική | του | προσεγγιστικού συμφώνου | των | προσεγγιστικών συμφώνων |
| αιτιατική | το | προσεγγιστικό σύμφωνο | τα | προσεγγιστικά σύμφωνα |
| κλητική | προσεγγιστικό σύμφωνο | προσεγγιστικά σύμφωνα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- προσεγγιστικό σύμφωνο → δείτε τις λέξεις προσεγγιστικός και σύμφωνο < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) approximant (εννοείται: consonant)· ο όρος δημιουργήθηκε από τον βρετανό γλωσσολόγο Peter Ladefoged (Πίτερ Λαντιφόουγκιντ ⓘΚατηγορία:Λήμματα με ήχο στην προφορά (αγγλικά)) την δεκαετία του 1960[1] → δείτε τις λέξεις προσεγγιστικός και σύμφωνο
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσοκιτσιγγεσορπ
προσεγγιστικό σύμφωνο ουδέτερο
- (φωνητικήΚατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)) σύμφωνο που ταξινομείται ως προσεγγιστικό με βάση τον τρόπο της άρθρωσής του, με προσέγγιση (των αρθρωτών) χωρίς άμεση τριβή όπως στα τριβόμενα
Στην κοινή νεοελληνική δεν υπάρχουν προσεγγιστικά σύμφωνα. Υπάρχουν όμως τα πλευρικά προσεγγιστικά σύμφωνα [l ʎ] και στις βόρειες διαλέκτους το υπερωικοποιημένο [ɫ]. Ωστόσο στην κρητική διάλεκτο υπάρχει το ανακεκαμμένο προσεγγιστικό [ɻ].
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Είδη συμφώνων
| στην φωνητική |
|---|
| άηχο σύμφωνο • ανακεκαμμένο σύμφωνο • διχειλικό σύμφωνο • ένηχο σύμφωνο • ηχηρό σύμφωνο • κεντρικό σύμφωνο • κλειστό σύμφωνο • μη πνευμονικό σύμφωνο • μονοπαλλόμενο σύμφωνο • παλλόμενο σύμφωνο • πλευρικό σύμφωνο • πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο • πνευμονικό σύμφωνο • προσεγγιστικό σύμφωνο • πολυπαλλόμενο σύμφωνο • προστριβόμενο σύμφωνο • ρινικό/έρρινο σύμφωνο • στοματικό σύμφωνο • τριβόμενο σύμφωνο • υπερωικό σύμφωνο • φατνιακό σύμφωνο • φρακτικό σύμφωνο • χειλοδοντικό σύμφωνο |
| στην φωνητική και στην ελληνική γραμματική |
| διπλό σύμφωνο • οδοντικό σύμφωνο • ουρανικό σύμφωνο • υγρό σύμφωνο • χειλικό σύμφωνο |
| στην ελληνική γραμματική |
| άφωνο σύμφωνο, δασύ(πνοο) σύμφωνο, συριστικό σύμφωνο, ψιλό(πνοο) σύμφωνο |
| → δείτε και τον όρο ημίφωνο |
Δείτε επίσης
-
approximant consonant στην αγγλική Βικιπαίδεια

-
consonne spirante στη γαλλική Βικιπαίδεια

-
Pulmonic consonant στην αγγλική Βικιπαίδεια
(με πίνακα συμφώνων)
Μεταφράσεις
προσεγγιστικό σύμφωνο
Αναφορές
- ↑ Peter Ladefoged (1964). A phonetic study of west African languages [Φωνητική μελέτη των δυτικοαφρικών γλωσσών] (στα αγγλικά) Κέιμπριτζ: Εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ
Πηγές
Κατηγορία:Pages using the Phonos extension
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με ήχο στην προφορά (αγγλικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)