προστριβόμενο σύμφωνο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το προστριβόμενο σύμφωνο τα προστριβόμενα σύμφωνα
      γενική του προστριβομένου συμφώνου
προστριβόμενου συμφώνου
των προστριβομένων συμφώνων
προστριβόμενων συμφώνων
    αιτιατική το προστριβόμενο σύμφωνο τα προστριβόμενα σύμφωνα
     κλητική προστριβόμενο σύμφωνο προστριβόμενα σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προστριβόμενο σύμφωνο < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Affrikata[1]  δείτε τις λέξεις προστριβόμενος και σύμφωνο

Προφορά

ΔΦΑ : /pros.triˈvo.me.no ˈsiɱ.fo.no/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσονεμοβιρτσορπ

προστριβόμενο σύμφωνο ουδέτερο

Σημειώσεις

στην κοινή νεοελληνική, προστριβόμενα σύμφωνα είναι

σε διαλέκτους, υπάρχουν και

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)