προστριβόμενο σύμφωνο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | προστριβόμενο σύμφωνο | τα | προστριβόμενα σύμφωνα |
| γενική | του | προστριβομένου συμφώνου προστριβόμενου συμφώνου |
των | προστριβομένων συμφώνων προστριβόμενων συμφώνων |
| αιτιατική | το | προστριβόμενο σύμφωνο | τα | προστριβόμενα σύμφωνα |
| κλητική | προστριβόμενο σύμφωνο | προστριβόμενα σύμφωνα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- προστριβόμενο σύμφωνο < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Affrikata[1] → δείτε τις λέξεις προστριβόμενος και σύμφωνο
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσονεμοβιρτσορπ
προστριβόμενο σύμφωνο ουδέτερο
- (φωνητικήΚατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)) σύμφωνο που ταξινομείται ως προστριβόμενο με βάση τον τρόπο της άρθρωσής του, που αποτελείται από ένα κλειστό σύμφωνο που ακολουθείται από το αντίστοιχό του τριβόμενο σύμφωνο στον ίδιο τόπο άρθρωσης
Σημειώσεις
στην κοινή νεοελληνική, προστριβόμενα σύμφωνα είναι
σε διαλέκτους, υπάρχουν και
- το [t͡ʃ] (άηχο ουρανικοφατνιακό προστριβόμενο)
- το [d͡ʒ] (ηχηρό ουρανικοφατνιακό προστριβόμενο)
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Είδη συμφώνων
| στην φωνητική |
|---|
| άηχο σύμφωνο • ανακεκαμμένο σύμφωνο • διχειλικό σύμφωνο • ένηχο σύμφωνο • ηχηρό σύμφωνο • κεντρικό σύμφωνο • κλειστό σύμφωνο • μη πνευμονικό σύμφωνο • μονοπαλλόμενο σύμφωνο • παλλόμενο σύμφωνο • πλευρικό σύμφωνο • πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο • πνευμονικό σύμφωνο • προσεγγιστικό σύμφωνο • πολυπαλλόμενο σύμφωνο • προστριβόμενο σύμφωνο • ρινικό/έρρινο σύμφωνο • στοματικό σύμφωνο • τριβόμενο σύμφωνο • υπερωικό σύμφωνο • φατνιακό σύμφωνο • φρακτικό σύμφωνο • χειλοδοντικό σύμφωνο |
| στην φωνητική και στην ελληνική γραμματική |
| διπλό σύμφωνο • οδοντικό σύμφωνο • ουρανικό σύμφωνο • υγρό σύμφωνο • χειλικό σύμφωνο |
| στην ελληνική γραμματική |
| άφωνο σύμφωνο, δασύ(πνοο) σύμφωνο, συριστικό σύμφωνο, ψιλό(πνοο) σύμφωνο |
| → δείτε και τον όρο ημίφωνο |
Μεταφράσεις
προστριβόμενο σύμφωνο
Αναφορές
- ↑ προστριβόμενος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)