προσυλλογίζομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμοζιγολλυσορπ
προσυλλογίζομαι
- (αποθετικό ρήμαΚατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά), κυριολεκτικά) συλλογίζομαι από πριν, εκ των προτέρων
- (αποθετικό ρήμαΚατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά), λογικήΚατηγορία:Λογική (νέα ελληνικά)) συμπεραίνω χρησιμοποιώντας προσυλλογισμό
Συγγενικά
- προσυλλογισμένος
- προσυλλογισμός
- προσυλλογιστικά
- προσυλλογιστικός
- προσυλλογιστικώς
- → δείτε τις λέξεις προ, συλλογίζομαι και λόγος
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προσυλλογίζομαι | προσυλλογιζόμουν(α) | θα προσυλλογίζομαι | να προσυλλογίζομαι | ||
| β' ενικ. | προσυλλογίζεσαι | προσυλλογιζόσουν(α) | θα προσυλλογίζεσαι | να προσυλλογίζεσαι | (προσυλλογίζου) | |
| γ' ενικ. | προσυλλογίζεται | προσυλλογιζόταν(ε) | θα προσυλλογίζεται | να προσυλλογίζεται | ||
| α' πληθ. | προσυλλογιζόμαστε | προσυλλογιζόμαστε προσυλλογιζόμασταν |
θα προσυλλογιζόμαστε | να προσυλλογιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | προσυλλογίζεστε | προσυλλογιζόσαστε προσυλλογιζόσασταν |
θα προσυλλογίζεστε | να προσυλλογίζεστε | (προσυλλογίζεστε) | |
| γ' πληθ. | προσυλλογίζονται | προσυλλογίζονταν προσυλλογιζόντουσαν |
θα προσυλλογίζονται | να προσυλλογίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προσυλλογίστηκα | θα προσυλλογιστώ | να προσυλλογιστώ | προσυλλογιστεί | ||
| β' ενικ. | προσυλλογίστηκες | θα προσυλλογιστείς | να προσυλλογιστείς | προσυλλογίσου | ||
| γ' ενικ. | προσυλλογίστηκε | θα προσυλλογιστεί | να προσυλλογιστεί | |||
| α' πληθ. | προσυλλογιστήκαμε | θα προσυλλογιστούμε | να προσυλλογιστούμε | |||
| β' πληθ. | προσυλλογιστήκατε | θα προσυλλογιστείτε | να προσυλλογιστείτε | προσυλλογιστείτε | ||
| γ' πληθ. | προσυλλογίστηκαν προσυλλογιστήκαν(ε) |
θα προσυλλογιστούν(ε) | να προσυλλογιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω προσυλλογιστεί | είχα προσυλλογιστεί | θα έχω προσυλλογιστεί | να έχω προσυλλογιστεί | προσυλλογισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις προσυλλογιστεί | είχες προσυλλογιστεί | θα έχεις προσυλλογιστεί | να έχεις προσυλλογιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει προσυλλογιστεί | είχε προσυλλογιστεί | θα έχει προσυλλογιστεί | να έχει προσυλλογιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε προσυλλογιστεί | είχαμε προσυλλογιστεί | θα έχουμε προσυλλογιστεί | να έχουμε προσυλλογιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε προσυλλογιστεί | είχατε προσυλλογιστεί | θα έχετε προσυλλογιστεί | να έχετε προσυλλογιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν προσυλλογιστεί | είχαν προσυλλογιστεί | θα έχουν προσυλλογιστεί | να έχουν προσυλλογιστεί | ||
Μεταφράσεις
προσυλλογίζομαι
|
|
Πηγές
- προσυλλογίζομαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμοζιγολλυσορπ
- ↑ προσυλλογίζομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λογική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)