προσφυγοκάπηλος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | προσφυγοκάπηλος | οι | προσφυγοκάπηλοι |
| γενική | του/της του |
προσφυγοκαπήλου προσφυγοκάπηλου |
των | προσφυγοκαπήλων |
| αιτιατική | τον/την | προσφυγοκάπηλο | τους/τις | προσφυγοκαπήλους |
| κλητική | προσφυγοκάπηλε | προσφυγοκάπηλοι | ||
| Ο δεύτερος τύπος της γενικής, μόνο για το αρσενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «μέτοχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- προσφυγοκάπηλος < πρόσφυγας + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κάπηλος
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοληπακογυφσορπ
προσφυγοκάπηλος αρσενικό ή θηλυκό
- που εκμεταλλεύεται τους πρόσφυγες
Μεταφράσεις
προσφυγοκάπηλος
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μέτοχος' (νέα ελληνικά)