προσφυγοπατέρας
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατέρας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- προσφυγοπατέρας < πρόσφυγας + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + πατέρας
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρεταπογυφσορπ
προσφυγοπατέρας αρσενικό
- (προφορικόΚατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά), νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)) κάποιος που προσπαθεί να θεωρηθεί προστάτης των προσφύγων, συνήθως για ιδιοτελείς σκοπούς
Μεταφράσεις
προσφυγοπατέρας
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατέρας' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)