προϋπολογισμός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- προϋπολογισμός < προ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά) + υπολογισμός
Προφορά
- ΔΦΑ : /pɾo.i.po.lo.ʝiˈzmos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : προ‐ϋ‐πο‐λο‐γι‐σμός
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσιγολοπυορπ
προϋπολογισμός αρσενικό
- (οικονομία)Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) η καταγραφή των εσόδων και των εξόδων που αναμένονται στο άμεσο μέλλον
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Η ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού παραδοσιακά λαμβάνει χαρακτήρα παροχής ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. (Όλγα Παναγιωτίδου, Κατατέθηκε στη Βουλή ο προϋπολογισμός, cnn.gr, 21 Νοεμβρίου 2019)
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)
- η εκτίμηση της δυνατότητας που έχει μια οικονομική μονάδα (οικογένεια, επιχείρηση κλπ) να προχωρήσει σε κάποια έξοδα
Μεταφράσεις
προϋπολογισμός
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)