πρωτευαγγέλιο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρωτευαγγέλιο τα πρωτευαγγέλια
      γενική του πρωτευαγγελίου
& πρωτευαγγέλιου
των πρωτευαγγελίων
    αιτιατική το πρωτευαγγέλιο τα πρωτευαγγέλια
     κλητική πρωτευαγγέλιο πρωτευαγγέλια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πρωτευαγγέλιο < πρωτ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πρωτ- (νέα ελληνικά) + ευαγγέλιο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιλεγγαυετωρπ

πρωτευαγγέλιο ουδέτερο

  1. (θρησκεία)Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) η πρώτη θεϊκή αναγγελία / άγγελμα που δόθηκε στους πρωτοπλάστους, μετά την έκπτωση από την παραδείσια κατάσταση, ότι θα σταλεί ο Μεσσίας / σωτήρας στον κόσμο
  2. (θρησκείαΚατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά), ειδικότερα) ευαγγέλιο που επικεντρώνεται στα πρώτα χρόνια του βίου του Χριστού

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πρωτ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)