πρωτοεπιστήμη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- πρωτοεπιστήμη < πρωτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πρωτο- (νέα ελληνικά) + επιστήμη
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ημητσιπεοτωρπ
πρωτοεπιστήμη θηλυκό
- ο τομέας έρευνας που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί ως επιστήμη, αλλά διαθέτει τη δυνατότητα να εγκαθιδρυθεί ως επιστημονικά αποδεκτή. Υπό αυτή την έννοια όλες οι σύγχρονες επιστήμες υπήρξαν κάποτε πρωτοεπιστήμες
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
πρωτοεπιστήμη
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πρωτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)