πρωτοϊνδοευρωπαϊκά

Νέα ελληνικά (el)

ουσιαστικό

πρωτοϊνδοευρωπαϊκά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ακιαπωρυεοδνιοτωρπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)