πρόκα τελλομένου ἔτεος

Αρχαία ελληνικά (grc)

Ετυμολογία

πρόκα τελλομένου ἔτεος: πρόκα (αμέσως), τελλομένου, γενική ενικού ουδέτερου της μετοχής τελλόμενος του τέλλω στη σημασία: ολοκληρώνω & ἔτεος, γενική ενικού του ἔτος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) χαρακτηρισμός σύνταξης

ΈκφρασηΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σοετευονεμολλετακορπ

πρόκα τελλομένου ἔτεος

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοετευονεμολλετακορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Εκφράσεις (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Απολλώνιο το Ρόδιο (ελληνιστική κοινή)