πυκνωτικό μικρόφωνο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πυκνωτικό μικρόφωνο τα πυκνωτικά μικρόφωνα
      γενική του πυκνωτικού μικρόφωνου &
μικροφώνου
των πυκνωτικών μικρόφωνων &
μικροφώνων
    αιτιατική το πυκνωτικό μικρόφωνο τα πυκνωτικά μικρόφωνα
     κλητική πυκνωτικό μικρόφωνο πυκνωτικά μικρόφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφορκιμοκιτωνκυπ

πυκνωτικό μικρόφωνο ουδέτερο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ονωφορκιμοκιτωνκυπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)