πυριτοκάμινος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυριτοκάμινος οι πυριτοκάμινοι
      γενική της πυριτοκαμίνου των πυριτοκαμίνων
    αιτιατική την πυριτοκάμινο τις πυριτοκαμίνους
     κλητική πυριτοκάμινε
(πυριτοκάμινο)
πυριτοκάμινοι
Κατηγορία όπως «ήπειρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ήπειρος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πυριτοκάμινος < πυρίτης + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κάμινος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονιμακοτιρυπ

πυριτοκάμινος θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονιμακοτιρυπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ήπειρος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)