πυρομεταλλουργικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πυρομεταλλουργικός η πυρομεταλλουργική το πυρομεταλλουργικό
      γενική του πυρομεταλλουργικού της πυρομεταλλουργικής του πυρομεταλλουργικού
    αιτιατική τον πυρομεταλλουργικό την πυρομεταλλουργική το πυρομεταλλουργικό
     κλητική πυρομεταλλουργικέ πυρομεταλλουργική πυρομεταλλουργικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πυρομεταλλουργικοί οι πυρομεταλλουργικές τα πυρομεταλλουργικά
      γενική των πυρομεταλλουργικών των πυρομεταλλουργικών των πυρομεταλλουργικών
    αιτιατική τους πυρομεταλλουργικούς τις πυρομεταλλουργικές τα πυρομεταλλουργικά
     κλητική πυρομεταλλουργικοί πυρομεταλλουργικές πυρομεταλλουργικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πυρομεταλλουργικός < μεταλλουργ(ία) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγρυολλατεμορυπ

πυρομεταλλουργικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγρυολλατεμορυπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ορυκτολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)