πυρομετεωρολόγος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η πυρομετεωρολόγος οι πυρομετεωρολόγοι
      γενική του/της πυρομετεωρολόγου των πυρομετεωρολόγων
    αιτιατική τον/την πυρομετεωρολόγο τους/τις πυρομετεωρολόγους
     κλητική πυρομετεωρολόγε πυρομετεωρολόγοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πυρομετεωρολόγος < πυρομετεωρολογία + -οςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά) (αναδρομικός σχηματισμός)Κατηγορία:Λέξεις από αναδρομικό σχηματισμό (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σογολορωετεμορυπ

πυρομετεωρολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σογολορωετεμορυπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γεωγραφία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις από αναδρομικό σχηματισμό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετεωρολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)