πυροτεχνίτης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πυροτεχνίτης οι πυροτεχνίτες
      γενική του πυροτεχνίτη των πυροτεχνιτών
    αιτιατική τον πυροτεχνίτη τους πυροτεχνίτες
     κλητική πυροτεχνίτη πυροτεχνίτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πυροτεχνίτης < πυρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πυρο- (νέα ελληνικά) + -τεχνίτηςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τεχνίτης (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητινχετορυπ

πυροτεχνίτης αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητινχετορυπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τεχνίτης (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πυρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)