πύργος ελέγχου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πύργος ελέγχου | οι | πύργοι ελέγχου |
| γενική | του | πύργου ελέγχου | των | πύργων ελέγχου |
| αιτιατική | τον | πύργο ελέγχου | τους | πύργους ελέγχου |
| κλητική | πύργε ελέγχου | πύργοι ελέγχου | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#υοχγελεσογρυπ

πύργος ελέγχου αρσενικό
- (αεροπορικός όρος)Κατηγορία:Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά) κτίριο του αεροδρομίου από το οποίο ασκείται ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας για την κίνηση των αεροσκαφών εντός και γύρω από το αεροδρόμιο[1]
- κτίριο ελέγχου κίνησης άλλων μέσων όπως τρένα ή πλοία σε σταθμούς ή λιμάνια
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
πύργος ελέγχου
Αναφορές
- ↑ πύργος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση αρσενικών πολυλεκτικών όρων με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)