ραδιοσυμβολόμετρο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ραδιοσυμβολόμετρο | τα | ραδιοσυμβολόμετρα |
| γενική | του | ραδιοσυμβολόμετρου & ραδιοσυμβολομέτρου |
των | ραδιοσυμβολόμετρων & ραδιοσυμβολομέτρων |
| αιτιατική | το | ραδιοσυμβολόμετρο | τα | ραδιοσυμβολόμετρα |
| κλητική | ραδιοσυμβολόμετρο | ραδιοσυμβολόμετρα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορτεμολοβμυσοιδαρ
ραδιοσυμβολόμετρο ουδέτερο
- (αστρονομία)Κατηγορία:Αστρονομία (νέα ελληνικά) συσκευή που χρησιμοποιείται στην αστρονομία, για να μελετά τα ουράνια σώματα, λαμβάνοντας και αναλύοντας την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται ή ανακλάται απ’ αυτά
Συγγενικά
Μεταφράσεις
ραδιοσυμβολόμετρο
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αστρονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ραδιο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)