ραδιοφασματογράφος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ραδιοφασματογράφος < ραδιοφάσμα + -γράφοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γράφος (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφαργοταμσαφοιδαρ
ραδιοφασματογράφος αρσενικό
- (φυσική)Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά) συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση και την ανάλυση των χαρακτηριστικών του ραδιοφάσματος
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ραδιοφασματογράφος
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γράφος (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)