ραιβοϊπποποδία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /re.vo.i.po.po.ˈði.a/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ραι‐βο‐ιπ‐πο‐πο‐δί‐α
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιδοποππιοβιαρ
ραιβοϊπποποδία θηλυκό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) συγγενής παραμόρφωση του ποδιού, που εμφανίζεται συχνά κατά τη γέννηση και χαρακτηρίζεται από την παραμόρφωση του ποδιού (ο αστράγαλος, η φτέρνα και τα δάχτυλα είναι συστραμμένα και παραμορφωμένα)

Συγγενικά
Δείτε επίσης
-
Clubfoot στην αγγλική Βικιπαίδεια

- βλαισοποδία
- πλατυποδία
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιδοποππιοβιαρ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποδία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)