ρευματοφόρος

Δείτε επίσης: ῥευματοφόρος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ρευματοφόρος η ρευματοφόρα το ρευματοφόρο
      γενική του ρευματοφόρου της ρευματοφόρας του ρευματοφόρου
    αιτιατική τον ρευματοφόρο τη ρευματοφόρα το ρευματοφόρο
     κλητική ρευματοφόρε ρευματοφόρα ρευματοφόρο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ρευματοφόροι οι ρευματοφόρες τα ρευματοφόρα
      γενική των ρευματοφόρων των ρευματοφόρων των ρευματοφόρων
    αιτιατική τους ρευματοφόρους τις ρευματοφόρες τα ρευματοφόρα
     κλητική ρευματοφόροι ρευματοφόρες ρευματοφόρα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ρευματοφόρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) ῥευματοφόρος (για ποταμό που έχει ισχυρό ρεύμα)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροφοταμυερ

ρευματοφόρος, -α, -ο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)