ρευστοποιήσιμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ρευστοποιήσιμος η ρευστοποιήσιμη το ρευστοποιήσιμο
      γενική του ρευστοποιήσιμου της ρευστοποιήσιμης του ρευστοποιήσιμου
    αιτιατική τον ρευστοποιήσιμο τη ρευστοποιήσιμη το ρευστοποιήσιμο
     κλητική ρευστοποιήσιμε ρευστοποιήσιμη ρευστοποιήσιμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ρευστοποιήσιμοι οι ρευστοποιήσιμες τα ρευστοποιήσιμα
      γενική των ρευστοποιήσιμων των ρευστοποιήσιμων των ρευστοποιήσιμων
    αιτιατική τους ρευστοποιήσιμους τις ρευστοποιήσιμες τα ρευστοποιήσιμα
     κλητική ρευστοποιήσιμοι ρευστοποιήσιμες ρευστοποιήσιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ρευστοποιήσιμος < ρευστοποιώ + -σιμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σιμος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομισηιοποτσυερ

ρευστοποιήσιμος

Αντώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομισηιοποτσυερ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σιμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά