ριβονουκλεϊκό οξύ
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ριβονουκλεϊκό οξύ < αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) ribonucleic acid + οξύ
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#υξοοκιελκυονοβιρ
ριβονουκλεϊκό οξύ ουδέτερο
- (βιοχημεία)Κατηγορία:Βιοχημεία (νέα ελληνικά) βιολογικό μακρομόριο που απαρτίζεται από αλυσίδες νουκλεοτιδίων και δρα σε διάφορους ρόλους εντός του κυττάρου, όπως η μεταφορά, αποκωδικοποίηση και ρύθμιση της γενετικής πληροφορίας, καθώς και η σύνθεση πρωτεϊνών
Άλλες μορφές
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ριβονουκλεϊκό οξύ