ριζοσπαστικοποίηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ριζοσπαστικοποίηση | οι | ριζοσπαστικοποιήσεις |
| γενική | της | ριζοσπαστικοποίησης | των | ριζοσπαστικοποιήσεων |
| αιτιατική | τη | ριζοσπαστικοποίηση | τις | ριζοσπαστικοποιήσεις |
| κλητική | ριζοσπαστικοποίηση | ριζοσπαστικοποιήσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποκιτσαπσοζιρ
ριζοσπαστικοποίηση θηλυκό
- η τροπή προς πιο ριζοσπαστικές θέσεις - πρακτικές
Συγγενικά
Μεταφράσεις
ριζοσπαστικοποίηση
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)