ρυγχοκάνθαρος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ρυγχοκάνθαρος | οι | ρυγχοκάνθαροι |
| γενική | του | ρυγχοκάνθαρου & ρυγχοκανθάρου |
των | ρυγχοκάνθαρων & ρυγχοκανθάρων |
| αιτιατική | τον | ρυγχοκάνθαρο | τους | ρυγχοκάνθαρους & ρυγχοκανθάρους |
| κλητική | ρυγχοκάνθαρε | ρυγχοκάνθαροι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοραθνακοχγυρ
ρυγχοκάνθαρος αρσενικό
- (έντομο)Κατηγορία:Έντομα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) κόκκινο σκαθάρι που προσβάλλει τους φοίνικες Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοραθνακοχγυρ
Κατηγορία:Έντομα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση
Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)