σακχαροποιητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σακχαροποιητικός η σακχαροποιητική το σακχαροποιητικό
      γενική του σακχαροποιητικού της σακχαροποιητικής του σακχαροποιητικού
    αιτιατική τον σακχαροποιητικό τη σακχαροποιητική το σακχαροποιητικό
     κλητική σακχαροποιητικέ σακχαροποιητική σακχαροποιητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σακχαροποιητικοί οι σακχαροποιητικές τα σακχαροποιητικά
      γενική των σακχαροποιητικών των σακχαροποιητικών των σακχαροποιητικών
    αιτιατική τους σακχαροποιητικούς τις σακχαροποιητικές τα σακχαροποιητικά
     κλητική σακχαροποιητικοί σακχαροποιητικές σακχαροποιητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σακχαροποιητικός < σακχαροποιώ + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηιοποραχκασ

σακχαροποιητικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)