σαλιαγκοκαύκι

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σαλιαγκοκαύκι τα σαλιαγκοκαύκια
      γενική του σαλιαγκοκαυκιού των σαλιαγκοκαυκιών
    αιτιατική το σαλιαγκοκαύκι τα σαλιαγκοκαύκια
     κλητική σαλιαγκοκαύκι σαλιαγκοκαύκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σαλιαγκοκαύκι < σάλιαγκας + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + καυκί + Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ικυακοκγαιλασ

σαλιαγκοκαύκι ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ικυακοκγαιλασ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)