σαλιαγκοκαύκι
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σαλιαγκοκαύκι | τα | σαλιαγκοκαύκια |
| γενική | του | σαλιαγκοκαυκιού | των | σαλιαγκοκαυκιών |
| αιτιατική | το | σαλιαγκοκαύκι | τα | σαλιαγκοκαύκια |
| κλητική | σαλιαγκοκαύκι | σαλιαγκοκαύκια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ικυακοκγαιλασ
σαλιαγκοκαύκι ουδέτερο
- (παρωχημένοΚατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά), ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) το σπειροειδές κέλυφος ενός σαλιγκαριού
Μεταφράσεις
σαλιαγκοκαύκι
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)