σιγαρετοβιομηχανία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σιγαρετοβιομηχανία οι σιγαρετοβιομηχανίες
      γενική της σιγαρετοβιομηχανίας των σιγαρετοβιομηχανιών
    αιτιατική τη σιγαρετοβιομηχανία τις σιγαρετοβιομηχανίες
     κλητική σιγαρετοβιομηχανία σιγαρετοβιομηχανίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σιγαρετοβιομηχανία < σιγαρέτο + βιομηχανίαΚατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομηχανία' (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιναχημοιβοτεραγισ

σιγαρετοβιομηχανία θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιναχημοιβοτεραγισ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομηχανία' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)