σκληροθεραπεία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- σκληροθεραπεία < σκληρ(ός) + -ο- + -θεραπείαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά)• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεπαρεθορηλκσ
σκληροθεραπεία θηλυκό
- θεραπεία φλεβικών προβλημάτων, όπως κιρσοί και ευρυαγγείες, με ένεση σκληρυντικού υγρού εντός κάθε αγγείου με τέτοια προβλήματα
Μεταφράσεις
σκληροθεραπεία
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)