σκοτεινή ενέργεια
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σκοτεινή ενέργεια | οι | σκοτεινές ενέργειες |
| γενική | της | σκοτεινής ενέργειας | των | σκοτεινών ενεργειών |
| αιτιατική | τη | σκοτεινή ενέργεια | τις | σκοτεινές ενέργειες |
| κλητική | σκοτεινή ενέργεια | σκοτεινές ενέργειες | ||
| Συνήθως στον ενικό. | ||||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεγρενεηνιετοκσ
σκοτεινή ενέργεια θηλυκό
- (φυσικήΚατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά), αστρονομίαΚατηγορία:Αστρονομία (νέα ελληνικά)) άγνωστη μορφή ενέργειας που προκαλεί την επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος και αποτελεί περίπου το 68% της συνολικής του ενέργειας
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
σκοτεινή ενέργεια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αστρονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)