σκοτεινόχρωμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκοτεινόχρωμος η σκοτεινόχρωμη το σκοτεινόχρωμο
      γενική του σκοτεινόχρωμου της σκοτεινόχρωμης του σκοτεινόχρωμου
    αιτιατική τον σκοτεινόχρωμο τη σκοτεινόχρωμη το σκοτεινόχρωμο
     κλητική σκοτεινόχρωμε σκοτεινόχρωμη σκοτεινόχρωμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκοτεινόχρωμοι οι σκοτεινόχρωμες τα σκοτεινόχρωμα
      γενική των σκοτεινόχρωμων των σκοτεινόχρωμων των σκοτεινόχρωμων
    αιτιατική τους σκοτεινόχρωμους τις σκοτεινόχρωμες τα σκοτεινόχρωμα
     κλητική σκοτεινόχρωμοι σκοτεινόχρωμες σκοτεινόχρωμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σκοτεινόχρωμος < σκοτειν(ός) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + -χρωμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -χρωμος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομωρχονιετοκσ

σκοτεινόχρωμος, -η, -ο

  • που έχει σκούρο / σκοτεινό χρώμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομωρχονιετοκσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -χρωμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά