σπερματοτοξικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σπερματοτοξικός η σπερματοτοξική το σπερματοτοξικό
      γενική του σπερματοτοξικού της σπερματοτοξικής του σπερματοτοξικού
    αιτιατική τον σπερματοτοξικό τη σπερματοτοξική το σπερματοτοξικό
     κλητική σπερματοτοξικέ σπερματοτοξική σπερματοτοξικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σπερματοτοξικοί οι σπερματοτοξικές τα σπερματοτοξικά
      γενική των σπερματοτοξικών των σπερματοτοξικών των σπερματοτοξικών
    αιτιατική τους σπερματοτοξικούς τις σπερματοτοξικές τα σπερματοτοξικά
     κλητική σπερματοτοξικοί σπερματοτοξικές σπερματοτοξικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σπερματοτοξικός < σπέρματ(ος) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + τοξικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιξοτοταμρεπσ

σπερματοτοξικός, -ή, -ό

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιοχημεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)