σπογγαλιευτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σπογγαλιευτικός η σπογγαλιευτική το σπογγαλιευτικό
      γενική του σπογγαλιευτικού της σπογγαλιευτικής του σπογγαλιευτικού
    αιτιατική τον σπογγαλιευτικό τη σπογγαλιευτική το σπογγαλιευτικό
     κλητική σπογγαλιευτικέ σπογγαλιευτική σπογγαλιευτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σπογγαλιευτικοί οι σπογγαλιευτικές τα σπογγαλιευτικά
      γενική των σπογγαλιευτικών των σπογγαλιευτικών των σπογγαλιευτικών
    αιτιατική τους σπογγαλιευτικούς τις σπογγαλιευτικές τα σπογγαλιευτικά
     κλητική σπογγαλιευτικοί σπογγαλιευτικές σπογγαλιευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σπογγαλιευτικός (μαρτυρείται από το 1886)[1] < σπογγαλιεύ(ς) + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυειλαγγοπσ

σπογγαλιευτικός, -ή, ό

  1. που σχετίζεται με την σπογγαλιεία
  2. (το ουδέτερο ως ουσιαστικό)  δείτε τη λέξη σπογγαλιευτικό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. σπογγαλιευτικός, σελ.920, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά