σταθεροποιητής τάσης
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σησατσητηιοπορεθατσ
σταθεροποιητής τάσης αρσενικό
- (ηλεκτρολογία)Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά) ηλεκτρονικό ή ηλεκτρομηχανικό σύστημα που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση μιας σταθερής τάσης εξόδου από μια πηγή τάσης, παρά τις πιθανές διακυμάνσεις στην είσοδο
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
σταθεροποιητής τάσης
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ηλεκτρολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)