σταθεροποιητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σταθεροποιητικός η σταθεροποιητική το σταθεροποιητικό
      γενική του σταθεροποιητικού της σταθεροποιητικής του σταθεροποιητικού
    αιτιατική τον σταθεροποιητικό τη σταθεροποιητική το σταθεροποιητικό
     κλητική σταθεροποιητικέ σταθεροποιητική σταθεροποιητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σταθεροποιητικοί οι σταθεροποιητικές τα σταθεροποιητικά
      γενική των σταθεροποιητικών των σταθεροποιητικών των σταθεροποιητικών
    αιτιατική τους σταθεροποιητικούς τις σταθεροποιητικές τα σταθεροποιητικά
     κλητική σταθεροποιητικοί σταθεροποιητικές σταθεροποιητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σταθεροποιητικός < σταθεροποιώ + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηιοπορεθατσ

σταθεροποιητικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτηιοπορεθατσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά