σταυροπατέρας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σταυροπατέρας οι σταυροπατέρες
& σταυροπατεράδες
      γενική του σταυροπατέρα των σταυροπατέρων
& σταυροπατεράδων
    αιτιατική τον σταυροπατέρα τους σταυροπατέρες
& σταυροπατεράδες
     κλητική σταυροπατέρα σταυροπατέρες
& σταυροπατεράδες
Κατηγορία όπως «πατέρας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατέρας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σταυροπατέρας < σταυρός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + πατέρας

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρεταπορυατσ

σταυροπατέρας αρσενικό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαρεταπορυατσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατέρας' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)