σταφυλοθεραπεία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταφυλοθεραπεία οι σταφυλοθεραπείες
      γενική της σταφυλοθεραπείας των σταφυλοθεραπειών
    αιτιατική τη σταφυλοθεραπεία τις σταφυλοθεραπείες
     κλητική σταφυλοθεραπεία σταφυλοθεραπείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σταφυλοθεραπεία < σταφυλ(ι) + -ο- + -θεραπείαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά) Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεπαρεθολυφατσ

σταφυλοθεραπεία θηλυκό

  • αμφιλεγόμενη θεραπεία που βασίζεται σε μονοφαγία με σταφύλια για ορισμένο χρονικό διάστημα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιεπαρεθολυφατσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)