στερεομηχανική
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- στερεομηχανική < στερεο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα στερεο- (νέα ελληνικά) + μηχανική
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιναχημοερετσ
στερεομηχανική θηλυκό
- (μηχανικήΚατηγορία:Μηχανική (νέα ελληνικά), φυσικήΚατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)) κλάδος της μηχανικής που μελετά τη συμπεριφορά των στερεών σωμάτων υπό την επίδραση δυνάμεων
Μεταφράσεις
στερεομηχανική
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα στερεο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μηχανική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)