στερεοϊσομερής
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | στερεοϊσομερής | η | στερεοϊσομερής | το | στερεοϊσομερές |
| γενική | του | στερεοϊσομερούς* | της | στερεοϊσομερούς | του | στερεοϊσομερούς |
| αιτιατική | τον | στερεοϊσομερή | τη | στερεοϊσομερή | το | στερεοϊσομερές |
| κλητική | στερεοϊσομερή(ς) | στερεοϊσομερής | στερεοϊσομερές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | στερεοϊσομερείς | οι | στερεοϊσομερείς | τα | στερεοϊσομερή |
| γενική | των | στερεοϊσομερών | των | στερεοϊσομερών | των | στερεοϊσομερών |
| αιτιατική | τους | στερεοϊσομερείς | τις | στερεοϊσομερείς | τα | στερεοϊσομερή |
| κλητική | στερεοϊσομερείς | στερεοϊσομερείς | στερεοϊσομερή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηρεμοσιοερετσ
στερεοϊσομερής
- (χημεία)Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με στερεοϊσομερές ή αναφέρεται σʼ αυτό
- (χημείαΚατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)) (ουσιαστικοποιημένο) χημική ένωση της οποίας τα μόρια, αν και έχουν τον ίδιο μοριακό και συντακτικό τύπο, διαφέρουν ως προς τον τρισδιάστατο προσανατολισμό των ατόμων τους στον χώρο
Μεταφράσεις
στερεοϊσομερής
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)