στολίζω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωζιλοτσ
στολίζω, αόρ.: στόλισα, παθ.φωνή: στολίζομαι, π.αόρ.: στολίστηκα, μτχ.π.π.: στολισμένος
- κάνω διακόσμηση, προσθέτω στολίδια ή κατάλληλα αντικείμενα ώστε να γίνει πιο όμορφο ένα πράγμα, ένα μέρος
- ντύνω κάποιον στα καλύτερά του ρούχα, του βάζω κοσμήματα κλπ. ώστε να παρουσιάσει την καλύτερη εμφάνιση
- (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) ομορφαίνω, διανθίζω το λόγο μου ή ένα κείμενο με όμορφες λέξεις ή φράσεις
- (μειωτικό)Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά) βρίζω
Τσακωθήκανε και τον στόλισε με κάτι κοσμητικά επίθετα, που δεν μπορώ να επαναλάβω!
Συνώνυμα
Συγγενικά
→ και δείτε τη λέξη στολή
Σύνθετα
σύνθετα του ρήματος[2] Νεοελληνικές λέξεις με συνθετικό 'στολίζω' στο Βικιλεξικό όπως
- ανθοστολίζω
- ασημοστολίζω
- ασπροστολίζω
- βαριοστολίζω
- γαμπροστολίζω
- γιορτοστολίζω
- δαφνοστολίζω
- δεντροστολίζω
- διαμαντοστολίζω
- καταστολίζω
- λαμπροστολίζω
- λουλουδοστολίζω
- 'μορφοστολίζω
- μυρτοστολίζω
- νεκροστολίζω
- νυφοστολίζω
- ξεστολίζω
- ομορφοστολίζω
- ονειροστολίζω
- παραστολίζω
- πολυστολίζω
- σημαιοστολίζω
- χιλιοστολίζω
- χρυσοστολίζω
- ωριοστολίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | στολίζω | στόλιζα | θα στολίζω | να στολίζω | στολίζοντας | |
| β' ενικ. | στολίζεις | στόλιζες | θα στολίζεις | να στολίζεις | στόλιζε | |
| γ' ενικ. | στολίζει | στόλιζε | θα στολίζει | να στολίζει | ||
| α' πληθ. | στολίζουμε | στολίζαμε | θα στολίζουμε | να στολίζουμε | ||
| β' πληθ. | στολίζετε | στολίζατε | θα στολίζετε | να στολίζετε | στολίζετε | |
| γ' πληθ. | στολίζουν(ε) | στόλιζαν στολίζαν(ε) |
θα στολίζουν(ε) | να στολίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | στόλισα | θα στολίσω | να στολίσω | στολίσει | ||
| β' ενικ. | στόλισες | θα στολίσεις | να στολίσεις | στόλισε | ||
| γ' ενικ. | στόλισε | θα στολίσει | να στολίσει | |||
| α' πληθ. | στολίσαμε | θα στολίσουμε | να στολίσουμε | |||
| β' πληθ. | στολίσατε | θα στολίσετε | να στολίσετε | στολίστε | ||
| γ' πληθ. | στόλισαν στολίσαν(ε) |
θα στολίσουν(ε) | να στολίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω στολίσει | είχα στολίσει | θα έχω στολίσει | να έχω στολίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις στολίσει | είχες στολίσει | θα έχεις στολίσει | να έχεις στολίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει στολίσει | είχε στολίσει | θα έχει στολίσει | να έχει στολίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε στολίσει | είχαμε στολίσει | θα έχουμε στολίσει | να έχουμε στολίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε στολίσει | είχατε στολίσει | θα έχετε στολίσει | να έχετε στολίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν στολίσει | είχαν στολίσει | θα έχουν στολίσει | να έχουν στολίσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | στολίζομαι | στολιζόμουν(α) | θα στολίζομαι | να στολίζομαι | ||
| β' ενικ. | στολίζεσαι | στολιζόσουν(α) | θα στολίζεσαι | να στολίζεσαι | ||
| γ' ενικ. | στολίζεται | στολιζόταν(ε) | θα στολίζεται | να στολίζεται | ||
| α' πληθ. | στολιζόμαστε | στολιζόμαστε στολιζόμασταν |
θα στολιζόμαστε | να στολιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | στολίζεστε | στολιζόσαστε στολιζόσασταν |
θα στολίζεστε | να στολίζεστε | (στολίζεστε) | |
| γ' πληθ. | στολίζονται | στολίζονταν στολιζόντουσαν |
θα στολίζονται | να στολίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | στολίστηκα | θα στολιστώ | να στολιστώ | στολιστεί | ||
| β' ενικ. | στολίστηκες | θα στολιστείς | να στολιστείς | στολίσου | ||
| γ' ενικ. | στολίστηκε | θα στολιστεί | να στολιστεί | |||
| α' πληθ. | στολιστήκαμε | θα στολιστούμε | να στολιστούμε | |||
| β' πληθ. | στολιστήκατε | θα στολιστείτε | να στολιστείτε | στολιστείτε | ||
| γ' πληθ. | στολίστηκαν στολιστήκαν(ε) |
θα στολιστούν(ε) | να στολιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω στολιστεί | είχα στολιστεί | θα έχω στολιστεί | να έχω στολιστεί | στολισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις στολιστεί | είχες στολιστεί | θα έχεις στολιστεί | να έχεις στολιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει στολιστεί | είχε στολιστεί | θα έχει στολιστεί | να έχει στολιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε στολιστεί | είχαμε στολιστεί | θα έχουμε στολιστεί | να έχουμε στολιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε στολιστεί | είχατε στολιστεί | θα έχετε στολιστεί | να έχετε στολιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν στολιστεί | είχαν στολιστεί | θα έχουν στολιστεί | να έχουν στολιστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι στολισμένος - είμαστε, είστε, είναι στολισμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν στολισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν στολισμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι στολισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι στολισμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι στολισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι στολισμένοι | |||||
Μεταφράσεις
διακοσμώ
Αναφορές
- ↑ στολίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Όροι με στολίζω — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#ωζιλοτσ
στολίζω
- εξοπλίζω στράτευμα
- (ελληνιστική κοινή) ντύνω
- (ελληνιστική κοινή) διακοσμώ, στολίζω, όπως στα νέα ελληνικά
Συγγενικά
- στολίς
- στόλισις
- στόλισμα
- στολισμός
- στολιστεία
- στολιστήριον
- στολιστής & σύνθετα
→ και δείτε τη λέξη στολή
Σύνθετα
σύνθετα του ρήματος
Πηγές
- στολίζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- στολίζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωζιλοτσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά
Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίζω (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)