στραβοκεφαλιά

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στραβοκεφαλιά οι στραβοκεφαλιές
      γενική της στραβοκεφαλιάς των στραβοκεφαλιών
    αιτιατική τη στραβοκεφαλιά τις στραβοκεφαλιές
     κλητική στραβοκεφαλιά στραβοκεφαλιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

στραβοκεφαλιά < στραβοκέφαλος + -ιάΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιλαφεκοβαρτσ

στραβοκεφαλιά θηλυκό

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Οικείοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)