στραβούλιακας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | στραβούλιακας | οι | στραβούλιακες |
| γενική | του | στραβούλιακα | των | στραβούλιακων |
| αιτιατική | τον | στραβούλιακα | τους | στραβούλιακες |
| κλητική | στραβούλιακα | στραβούλιακες | ||
| Η γενική πληθυντικού είναι δύσχρηστη. | ||||
| Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- στραβούλιακας < στραβ(ός) + -ούλιακαςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούλιακας (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σακαιλυοβαρτσ
στραβούλιακας αρσενικό
- (μειωτικόΚατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά), λαϊκότροποΚατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) και υβριστικόΚατηγορία:Υβριστικοί όροι (νέα ελληνικά)) εκείνος που δεν βλέπει καλά, που φοράει γυαλιά και π.χ. εμπλέκεται σε ένα ατύχημα ή πέφτει πάνω σε κάποιον άλλον
- Δεν έβλεπες την τύφλα σου στραβούλιακα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σακαιλυοβαρτσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούλιακας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βαρύμαγκας' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Υβριστικοί όροι (νέα ελληνικά)