στραγαλατζίδικο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στραγαλατζίδικο τα στραγαλατζίδικα
      γενική του στραγαλατζίδικου των στραγαλατζίδικων
    αιτιατική το στραγαλατζίδικο τα στραγαλατζίδικα
     κλητική στραγαλατζίδικο στραγαλατζίδικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

στραγαλατζίδικο < στραγαλατζής + -ίδικοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίδικο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιδιζταλαγαρτσ

στραγαλατζίδικο ουδέτερο

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οκιδιζταλαγαρτσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίδικο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)