στραμπουληγματάκι
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | στραμπουληγματάκι | τα | στραμπουληγματάκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | στραμπουληγματάκι | τα | στραμπουληγματάκια |
| κλητική | στραμπουληγματάκι | στραμπουληγματάκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- στραμπουληγματάκι < στραμπούληγμα + υποκοριστικό επίθημα -άκιΚατηγορία:Λέξεις με υποκοριστικό επίθημα -άκι (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ικαταμγηλυοπμαρτσ
στραμπουληγματάκι ουδέτερο
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ικαταμγηλυοπμαρτσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με υποκοριστικό επίθημα -άκι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)