συγκαταβατικότητα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συγκαταβατικότητα οι συγκαταβατικότητες
      γενική της συγκαταβατικότητας των συγκαταβατικοτήτων
    αιτιατική τη συγκαταβατικότητα τις συγκαταβατικότητες
     κλητική συγκαταβατικότητα συγκαταβατικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συγκαταβατικότητα < συγκαταβατικός + -ότηταΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιταβατακγυσ

συγκαταβατικότητα θηλυκό

  1. (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) το να είναι κάποιος συγκαταβατικός, η ιδιότητα του συγκαταβατικού
  2. συγκατάβαση

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)