συγκατηγορούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συγκατηγορούμενος οι συγκατηγορούμενοι
      γενική του συγκατηγορούμενου
& συγκατηγορουμένου
των συγκατηγορούμενων
& συγκατηγορουμένων
    αιτιατική τον συγκατηγορούμενο τους συγκατηγορούμενους
& συγκατηγορουμένους
     κλητική συγκατηγορούμενε συγκατηγορούμενοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συγκατηγορούμενος < συν-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συν- (νέα ελληνικά) + κατηγορούμενος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυορογητακγυσ

συγκατηγορούμενος αρσενικό (θηλυκό: συγκατηγορούμενη & συγκατηγορουμένη)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυορογητακγυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συν- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)