συγκεκομμένος όρος

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

συγκεκομμένος όρος < απόδοση για την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικές αποδόσεις από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) clipping [1]  δείτε τη λέξη συγκεκομμένος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συγκόπτω & όρος

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροσονεμμοκεκγυσ

συγκεκομμένος όρος αρσενικό

Δείτε επίσης

Αναφορές

  1. Μετάφραση του όρου από τον ΕΛΕΤΟ - LingTermbase
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοροσονεμμοκεκγυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικές αποδόσεις από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)