συγκυριαρχικώς
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- συγκυριαρχικώς < συγκυριαρχικός + -ώςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ώς (νέα ελληνικά)
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωκιχραιρυκγυσ
συγκυριαρχικώς
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
συγκυριαρχικώς
|