συγκυριαρχούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
συγκυριαρχούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος συγκυριαρχώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | συγκυριαρχούμαι | συγκυριαρχούμουν | θα συγκυριαρχούμαι | να συγκυριαρχούμαι | ||
| β' ενικ. | συγκυριαρχείσαι | συγκυριαρχούσουν | θα συγκυριαρχείσαι | να συγκυριαρχείσαι | ||
| γ' ενικ. | συγκυριαρχείται | συγκυριαρχούνταν | θα συγκυριαρχείται | να συγκυριαρχείται | ||
| α' πληθ. | συγκυριαρχούμαστε | συγκυριαρχούμασταν συγκυριαρχούμαστε |
θα συγκυριαρχούμαστε | να συγκυριαρχούμαστε | ||
| β' πληθ. | συγκυριαρχείστε | συγκυριαρχούσασταν συγκυριαρχούσαστε |
θα συγκυριαρχείστε | να συγκυριαρχείστε | συγκυριαρχείστε | |
| γ' πληθ. | συγκυριαρχούνται | συγκυριαρχούνταν | θα συγκυριαρχούνται | να συγκυριαρχούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | συγκυριαρχήθηκα | θα συγκυριαρχηθώ | να συγκυριαρχηθώ | συγκυριαρχηθεί | ||
| β' ενικ. | συγκυριαρχήθηκες | θα συγκυριαρχηθείς | να συγκυριαρχηθείς | συγκυριαρχήσου | ||
| γ' ενικ. | συγκυριαρχήθηκε | θα συγκυριαρχηθεί | να συγκυριαρχηθεί | |||
| α' πληθ. | συγκυριαρχηθήκαμε | θα συγκυριαρχηθούμε | να συγκυριαρχηθούμε | |||
| β' πληθ. | συγκυριαρχηθήκατε | θα συγκυριαρχηθείτε | να συγκυριαρχηθείτε | συγκυριαρχηθείτε | ||
| γ' πληθ. | συγκυριαρχήθηκαν συγκυριαρχηθήκαν(ε) |
θα συγκυριαρχηθούν(ε) | να συγκυριαρχηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω συγκυριαρχηθεί | είχα συγκυριαρχηθεί | θα έχω συγκυριαρχηθεί | να έχω συγκυριαρχηθεί | συγκυριαρχημένος | |
| β' ενικ. | έχεις συγκυριαρχηθεί | είχες συγκυριαρχηθεί | θα έχεις συγκυριαρχηθεί | να έχεις συγκυριαρχηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει συγκυριαρχηθεί | είχε συγκυριαρχηθεί | θα έχει συγκυριαρχηθεί | να έχει συγκυριαρχηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε συγκυριαρχηθεί | είχαμε συγκυριαρχηθεί | θα έχουμε συγκυριαρχηθεί | να έχουμε συγκυριαρχηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε συγκυριαρχηθεί | είχατε συγκυριαρχηθεί | θα έχετε συγκυριαρχηθεί | να έχετε συγκυριαρχηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν συγκυριαρχηθεί | είχαν συγκυριαρχηθεί | θα έχουν συγκυριαρχηθεί | να έχουν συγκυριαρχηθεί | ||
Μεταφράσεις
συγκυριαρχούμαι
|
|
Πηγές
- συγκυριαρχούμαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμυοχραιρυκγυσ