συμβιβάζομαι

Νέα ελληνικά (el)

Προφορά

ΔΦΑ : /siɱ.viˈva.zo.me/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμβιβάζο.μαι

Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρήματα στην παθητική φωνή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμοζαβιβμυσ

συμβιβάζομαι, π.αόρ.: συμβιβάστηκα, μτχ.π.π.: συμβιβασμένος

  • παθητική φωνή του ρήματος συμβιβάζω
    1. παθητικές σημασίες
    2. υποχωρώ σε κάποια σημεία μιας διαπραγμάτευσης ώστε να πετύχω μια συμφωνία με αντίδικο ή αντίπαλο
    3. (αρνητικά) παραιτούμαι από τις προσωπικές μου διεκδικήσεις ή εγκαταλείπω τις ηθικές μου αξίες και δέχομαι να προσαρμοστώ σε μια υπάρχουσα κατάσταση, χάνοντας συγχρόνως την αγωνιστικότητά μου

Μεταφράσεις



Αρχαία ελληνικά (grc)

Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ρήματα στη μεσοπαθητική φωνή (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#ιαμοζαβιβμυσ

συμβιβάζομαι

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ρήματα στη μεσοπαθητική φωνή (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα στην παθητική φωνή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)